φαλαινοθηρικό(ν)

φαλαινοθηρικό(ν)
το китобой, китобойное судно; китобойный вельбот

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "φαλαινοθηρικό(ν)" в других словарях:

  • φαλαινοθηρικός — ή, ό 1. αυτός που αναφέρεται ή χρησιμεύει στη θήρα (αλιεία) των φαλαινών: Φαλαινοθηρικό πλοίο. 2. το ουδ. ως ουσ., φαλαινοθηρικό πλοίο ειδικά εξοπλισμένο για το κυνήγι, την αλιεία φαλαινών και την επεξεργασία της σάρκας τους: Στόλος… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φαλαιναλιευτικός — ή, ό, Ν 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην αλιεία φαλαινών 2. το ουδ. ως ουσ. το φαλαιναλιευτικό το φαλαινοθηρικό πλοίο. [ΕΤΥΜΟΛ. < φάλαινα + αλιευτικός] …   Dictionary of Greek

  • φαλαινοθηρίδα — η, Ν το φαλαινοθηρικό. [ΕΤΥΜΟΛ. < φαλαινοθήρας + κατάλ. ίδα (πρβλ. ναυαρχ ίδα). Η λ., στον λόγιο τ. φαλαινοθηρίς, μαρτυρείται από το 1891 στην εφημερίδα Εστία] …   Dictionary of Greek

  • φαλαινοθηρικός — ή, ό, Ν [φαλαινοθήρας] 1. φαλαιναλιευτικός 2. το ουδ. ως ουσ. το φαλαινοθηρικό (αλιευτ.) πλοίο ειδικής κατασκευής και κατάλληλα εξοπλισμένο για την αλιεία φαλαινών …   Dictionary of Greek

  • Μέλβιλ, Χέρμαν — (Herman Melville, Νέα Υόρκη 1819 – 1891). Αμερικανός συγγραφέας. Καταγόταν από πλούσια οικογένεια εμπόρων αγγλικής καταγωγής, όμως ο πρόωρος θάνατος του πατέρα του τον εμπόδισε να τελειώσει τις σπουδές του και τον ανάγκασε να εργαστεί από πολύ… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»